Ο σωστός φωτισμός είναι πρωτευόντως γνωστικό και δευτερευόντως αισθητικό ζήτημα. Η σωστή έρευνα απαιτεί να φωτίζεις με πολλούς τρόπους τα γεγονότα και τα στοιχεία. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει αντιληπτή και η λογική των αντιφάσεων που πολύ συχνά οδηγεί τη σκέψη μας σε αδιέξοδο.
Αυτός ο πρόλογος μου φάνηκε απαραίτητος πριν αναλύσω το φαινόμενο "Εθνική Ελλάδας". Ένα φαινόμενο που μας έχει εκθέσει όλους, όχι γιατί είμαστε προκατειλημμένοι αλλά γιατί αδυνατούμε να καταλάβουμε την διαλεκτική του.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το μακράν πρώτο κριτήριο για την αξιολόγηση μιας ομάδας ποδοσφαίρου είναι τα αποτελέσματα. Η Εθνική ομάδα, από το 2002 μέχρι σήμερα έχει πετύχει άριστα αποτελέσματα που της έχουν δώσει πέντε προκρίσεις στις μεγάλες διοργανώσεις και την έχουν διατηρήσει σταθερά στις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Θα αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία αυτού του επιτεύγματος, αν πάρουμε υπόψιν ότι μέχρι το 2002 είχαμε μόνο δύο προκρίσεις στις μεγάλες διοργανώσεις.
Γεγονός είναι επίσης ότι αυτά τα δώδεκα χρόνια που διακρίνεται η Εθνική μας παίζει το ίδιο στιλ ποδοσφαίρου. Εξαιρετική αμυντική λειτουργία με πίεση στον αντίπαλο, κλείσιμο των διαδρόμων και σωστή ισορροπία ενώ οι επιθέσεις γίνονται με βαθιές μπαλιές ή προώθηση από τα άκρα. Γρήγορη ανάπτυξη με κυκλοφορία σε όλο το γήπεδο σπάνια θα δεις από την ελληνική ομάδα.
Το στιλ αυτό είναι πλέον σήμα κατατεθέν για τις ελληνικές εθνικές ομάδες όλων των ηλικιών. Είναι η ελληνική σχολή ποδοσφαίρου. Θα πρέπει να επισημάνουμε τα επίσης καλά αποτελέσματα που φέρνουν οι νέοι και οι ελπίδες, παίζοντας με αυτόν τον τρόπο.
Μέχρις εδώ όλα καλά. Θα έπρεπε να είμαστε όλοι οι έλληνες φίλαθλοι ευτυχισμένοι με αυτή την κατάσταση. Δεν είμαστε όμως. Μέχρι τα μπαράζ με την Ρουμανία, σε αυτή την προκριματική φάση, τα περισσότερα παιχνίδια της Εθνικής ήταν για κλάματα και για βαθύ ύπνο. Πώς να δει κανείς ένα παιχνίδι με το Λιχτενστάιν που λήγει μισό - μηδέν με τα χίλια ζόρια; Έτσι αυτή η ομάδα μας περνάει από τις κατάρες στους διθυράμβους στο άψε-σβήσε και μετά συνειδητοποιούμε ότι έχουμε εκτεθεί, ότι άλλα λέγαμε χθες.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα δώσω τη δική μου προσέγγιση. Το συγκεκριμένο στιλ παιχνιδιού βασίζεται πρωτίστως στη στρατηγική και στις ειδικές ικανότητες κάποιων παιχτών. Οι ίδιοι οι παίχτες το απολαμβάνουν μόνον όταν ο αντίπαλος είναι ομάδα πρωτοβουλίας που τους βάζει δύσκολα και πρέπει να αντιδράσουν δίνοντας το εκατό τοις εκατό και έχοντας απόλυτη προσήλωση στο πλάνο, όπως ας πούμε στα μπαράζ με τη Ρουμανία. Παίζοντας με το Λιχτενστάιν, την Λετονία και την Λιθουανία, οι παίχτες κάνουν αγγαρεία. Δεν ευχαριστιούνται το ποδόσφαιρο που παίζουν.
Ένα άλλο μειονέκτημα αυτού του στιλ παιχνιδιού είναι ότι μπορεί να αποκλείσει παίχτες που και θέαμα μπορούν να δώσουν αλλά και ταχύτητα στην ανάπτυξη. Είναι γνωστό ότι ο Φετφατζίδης είναι τέτοιος παίχτης. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Φετφατζίδης έχει αμυντικές αδυναμίες. Πώς μπορείς να κρύψεις τις αδυναμίες του Φετφατζίδη, όταν παράλληλα πρέπει να κρύψεις και την αδυναμία του Κατσουράνη να τρέξει; Θέλεις τον Σαλπιγγίδη και τον Σαμαρά να κάνουν διπλά και τριπλά τρεξίματα.
Για να καταλάβει κανείς καλύτερα αυτές τις διαφορές ας πάρει τον Ολυμπιακό του Ζαρντίμ από τη μια και τον Ολυμπιακό του Ερνέστο και του Μίτσελ από την άλλη. Ο Ζαρντίμ, με χειρότερο υλικό ασφαλώς, έπαιζε ένα ποδόσφαιρο που έμοιαζε με εκείνο της Εθνικής. Χρησιμοποιούσε απαρέγκλιτα σαν αμυντικό χαφ τον Μοντέστο που έδινε καλύτερη αμυντική ισορροπία στην ομάδα. Όταν ήρθε ο Μίτσελ χρησιμοποίησε τον Φέισα γιατί έδωσε μεγαλύτερο βάρος στην ανάπτυξη της ομάδας. Αποδείχτηκε ότι ο Μίτσελ ευαγγελίζεται ένα ποδόσφαιρο που το γουστάρουν περισσότερο οι παίχτες και δεν τους χαλάει να ρίχνουν εξάρες και πεντάρες στην SL.
Αν λοιπόν θέλουμε ένα πιο γουστόζικο ποδόσφαιρο, μια μπάλα που θα φτιάχνει και τον φίλαθλο χωρίς να περιμένει μόνο τη μεγάλη πρόκριση για να χαρεί, θα πρέπει να τροποποιηθεί κάπως αυτό το στιλ ώστε να δίνει μεγαλύτερη χαρά και στους αγωνιζόμενους και στους φιλάθλους.
Δεν θέλω να επαναλάβω ότι η επιμονή στην κλισέ αγωνιστική ταχτική φαίνεται να υποκρύπτει και διάθεση προστασίας συγκεκριμένων παιχτών. Αναφέρομαι μόνο στις επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς. Τώρα πάμε Βραζιλία. Άρα δεν έχουμε παρά να περιμένουμε.
Γιώργος Σκιάνης
Αυτός ο πρόλογος μου φάνηκε απαραίτητος πριν αναλύσω το φαινόμενο "Εθνική Ελλάδας". Ένα φαινόμενο που μας έχει εκθέσει όλους, όχι γιατί είμαστε προκατειλημμένοι αλλά γιατί αδυνατούμε να καταλάβουμε την διαλεκτική του.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το μακράν πρώτο κριτήριο για την αξιολόγηση μιας ομάδας ποδοσφαίρου είναι τα αποτελέσματα. Η Εθνική ομάδα, από το 2002 μέχρι σήμερα έχει πετύχει άριστα αποτελέσματα που της έχουν δώσει πέντε προκρίσεις στις μεγάλες διοργανώσεις και την έχουν διατηρήσει σταθερά στις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Θα αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία αυτού του επιτεύγματος, αν πάρουμε υπόψιν ότι μέχρι το 2002 είχαμε μόνο δύο προκρίσεις στις μεγάλες διοργανώσεις.
Γεγονός είναι επίσης ότι αυτά τα δώδεκα χρόνια που διακρίνεται η Εθνική μας παίζει το ίδιο στιλ ποδοσφαίρου. Εξαιρετική αμυντική λειτουργία με πίεση στον αντίπαλο, κλείσιμο των διαδρόμων και σωστή ισορροπία ενώ οι επιθέσεις γίνονται με βαθιές μπαλιές ή προώθηση από τα άκρα. Γρήγορη ανάπτυξη με κυκλοφορία σε όλο το γήπεδο σπάνια θα δεις από την ελληνική ομάδα.
Το στιλ αυτό είναι πλέον σήμα κατατεθέν για τις ελληνικές εθνικές ομάδες όλων των ηλικιών. Είναι η ελληνική σχολή ποδοσφαίρου. Θα πρέπει να επισημάνουμε τα επίσης καλά αποτελέσματα που φέρνουν οι νέοι και οι ελπίδες, παίζοντας με αυτόν τον τρόπο.
Μέχρις εδώ όλα καλά. Θα έπρεπε να είμαστε όλοι οι έλληνες φίλαθλοι ευτυχισμένοι με αυτή την κατάσταση. Δεν είμαστε όμως. Μέχρι τα μπαράζ με την Ρουμανία, σε αυτή την προκριματική φάση, τα περισσότερα παιχνίδια της Εθνικής ήταν για κλάματα και για βαθύ ύπνο. Πώς να δει κανείς ένα παιχνίδι με το Λιχτενστάιν που λήγει μισό - μηδέν με τα χίλια ζόρια; Έτσι αυτή η ομάδα μας περνάει από τις κατάρες στους διθυράμβους στο άψε-σβήσε και μετά συνειδητοποιούμε ότι έχουμε εκτεθεί, ότι άλλα λέγαμε χθες.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα δώσω τη δική μου προσέγγιση. Το συγκεκριμένο στιλ παιχνιδιού βασίζεται πρωτίστως στη στρατηγική και στις ειδικές ικανότητες κάποιων παιχτών. Οι ίδιοι οι παίχτες το απολαμβάνουν μόνον όταν ο αντίπαλος είναι ομάδα πρωτοβουλίας που τους βάζει δύσκολα και πρέπει να αντιδράσουν δίνοντας το εκατό τοις εκατό και έχοντας απόλυτη προσήλωση στο πλάνο, όπως ας πούμε στα μπαράζ με τη Ρουμανία. Παίζοντας με το Λιχτενστάιν, την Λετονία και την Λιθουανία, οι παίχτες κάνουν αγγαρεία. Δεν ευχαριστιούνται το ποδόσφαιρο που παίζουν.
Ένα άλλο μειονέκτημα αυτού του στιλ παιχνιδιού είναι ότι μπορεί να αποκλείσει παίχτες που και θέαμα μπορούν να δώσουν αλλά και ταχύτητα στην ανάπτυξη. Είναι γνωστό ότι ο Φετφατζίδης είναι τέτοιος παίχτης. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Φετφατζίδης έχει αμυντικές αδυναμίες. Πώς μπορείς να κρύψεις τις αδυναμίες του Φετφατζίδη, όταν παράλληλα πρέπει να κρύψεις και την αδυναμία του Κατσουράνη να τρέξει; Θέλεις τον Σαλπιγγίδη και τον Σαμαρά να κάνουν διπλά και τριπλά τρεξίματα.
Για να καταλάβει κανείς καλύτερα αυτές τις διαφορές ας πάρει τον Ολυμπιακό του Ζαρντίμ από τη μια και τον Ολυμπιακό του Ερνέστο και του Μίτσελ από την άλλη. Ο Ζαρντίμ, με χειρότερο υλικό ασφαλώς, έπαιζε ένα ποδόσφαιρο που έμοιαζε με εκείνο της Εθνικής. Χρησιμοποιούσε απαρέγκλιτα σαν αμυντικό χαφ τον Μοντέστο που έδινε καλύτερη αμυντική ισορροπία στην ομάδα. Όταν ήρθε ο Μίτσελ χρησιμοποίησε τον Φέισα γιατί έδωσε μεγαλύτερο βάρος στην ανάπτυξη της ομάδας. Αποδείχτηκε ότι ο Μίτσελ ευαγγελίζεται ένα ποδόσφαιρο που το γουστάρουν περισσότερο οι παίχτες και δεν τους χαλάει να ρίχνουν εξάρες και πεντάρες στην SL.
Αν λοιπόν θέλουμε ένα πιο γουστόζικο ποδόσφαιρο, μια μπάλα που θα φτιάχνει και τον φίλαθλο χωρίς να περιμένει μόνο τη μεγάλη πρόκριση για να χαρεί, θα πρέπει να τροποποιηθεί κάπως αυτό το στιλ ώστε να δίνει μεγαλύτερη χαρά και στους αγωνιζόμενους και στους φιλάθλους.
Δεν θέλω να επαναλάβω ότι η επιμονή στην κλισέ αγωνιστική ταχτική φαίνεται να υποκρύπτει και διάθεση προστασίας συγκεκριμένων παιχτών. Αναφέρομαι μόνο στις επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς. Τώρα πάμε Βραζιλία. Άρα δεν έχουμε παρά να περιμένουμε.
Γιώργος Σκιάνης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου